Με το Μνημόνιο μπροστά στις κάλπες: Υποταγή, Ανατροπή ή Μεταρρυθμίσεις;

2012-04-14 16:48
 

Η ομιλία της Μαρίας Καραφέρη, υποψήφιας βουλευτή Στη Β' Πειραιά, στην εκδήλωση της 4 Απριλίου στο πολιτιστικό κέντρο Κερατσινίου-Δραπετσώνας "Μελίνα Μερκούρη"


Από την ανάγνωση και μόνο του θέματος της εκδήλωσης καθίσταται σαφές ποια θέση στο τρίπτυχο καταλαμβάνουμε ως Δημάρ ή ποιά επιθυμούμε να καταλάβουμε.

Γιατί τόσο η ανατροπή όσο και η υποταγή διαθέτουν αυθεντικότερους εκφραστές στο υφιστάμενο πολιτικό σύστημα. Από την μια μεριά, το πασοκ, η νδ και το λαός, φωτογραφίζουν ακριβώς την υποταγή. Και μάλιστα, ορισμένες φορές γίνονται καρικατούρες, ψηφίζοντας νόμους που στην πραγματικότητα δεν εφαρμόζουν, αποπειρώμενοι και τους κουτόφραγκους να κοροιδέψουν και στις συντεχνείες να κλείσουν το μάτι, ότι εδώ είναι βαλκάνια, δεν είναι παίξε γέλασε.

Από την άλλη μεριά, η ανατροπή ή ρήξη βρίσκει αυθεντικούς εκφραστές στο ΚΚΕ και το Σύριζα, όπως επίσης και ποικίλες ευφάνταστες στρατηγικές για την επίτευξη τους. Πρακτικές που ταυτίζουν το χουλιγκανισμό με την πολιτική έκφραση.

Επομένως, ο χώρος που φιλοδοξούμε να καταλάβουμε είναι ο χώρος της μεταρρυθμιστικής αριστεράς.

Το δεύτερο σημείο στο οποίο θα ήθελα να σταθώ, αναφορικά με το θέμα της σημερινής εκδήλωσης, είναι η θέση του μνημονίου μπροστά από τις κάλπες. Λες και το θέμα συνοψίζεται στο δεχόμαστε ή αρνούμαστε το μνημόνιο. Στη δική μου οπτική το δίλημμα αυτό, το οποίο από ότι φαίνεται ανάγεται σε κεντρικό πολιτικό ζήτημα, είναι απλουστευτικό και δεν αντιμετωπίζει την πραγματικότητα που βιώνουμε όλοι καθημερινά τα τελευταία χρόνια.

Σε ένα απλό παιχνίδι λογικής, αφού το μνημόνιο φταίει για όλα τα δεινά, αν δεν υπήρχε το μνημόνιο όλα θα ήταν μια χαρά. Είναι όμως προφανές ότι και πριν την ψήφιση του μνημονίου το κράτος λειτουργούσε με απολύτως πελατειακούς όρους, ότι οι συντεχνίες βασίλευαν, ότι το ασφαλιστικό σύστημα όδευε προς κατάρρευση, ότι οι συναλλαγές με τη δημόσια διοίκηση υπάκουαν στον κανόνα 4-4-2 και ότι λεφτά δεν υπήρχαν ή όσα υπήρχαν ήταν δανεικά.

Τη ζοφερή κατάσταση που βιώνουμε δεν την προκάλεσε το μνημόνιο. Προυπήρχε. Και το να συμπυκνώνουμε όλη τη ρητορική μας στο υπέρ ή κατά του μνημονίου, πραγματικά αδικεί τη νοημοσύνη του μέσου πολίτη, αν υποτεθεί ότι αυτή η κατασκευή υπάρχει. Ο οποίος, ίσως για πρώτη φορά, αλλάζει συνείδηση. Γιατί έχει γίνει κοινή συνείδηση το “δεν πάει άλλο”, κάτι πρέπει να γίνει, να αλλάξει.

Βέβαια η αναγκαιότητα της συνείδησης βρίσκεται μάλλον σε πρωτόλεια μορφή. Να αλλάξει κάτι, πάντα για τους άλλους. Να ανοίξουν τα κλειστά επαγγέλματα των άλλων. Να παταχθεί η φοροδιαφυγή, αλλά εγώ δεν παίρνω απόδειξη. Να παταχθεί η εισφοροδιαφυγή, αλλά δουλεύω μαύρα και τσοντάρω το εισόδημα με το επίδομα του ΟΑΕΔ. Και ο κατάλογος είναι μακρύς. Η στάση βέβαια αυτή δεν είναι αδικαιολόγητη. Είναι η ενστικτώδης αντίδραση σ’ ένα κράτος απόν ή τουλάχιστον ελάχιστα ανταποδοτικό.

Για να βάλουμε τα πράγματα στις διαστάσεις τους, το μνημόνιο είναι ένας νόμος πλαίσιο. Υπό την έννοια αυτή, προβλέπει συγκεκριμένους δημοσιονομικούς στόχους που πρέπει να επιτευχθούν. Στόχους πραγματικά υπερφίαλους, η επίτευξη των οποίων σε ασφυκτικά χρονικά πλαίσια σε ένα αποδιοργανωμένο κράτος, τους καθιστά περίπου ανέφικτους. Σύμφωνοι.

Πλην όμως, σε καμία περίπτωση, δεν προβλέπει ποιες πολιτικές είναι αυτές που θα οδηγήσουν στην επίτευξη αυτών των στόχων.

Επομένως το θέμα είναι η υπέρβαση των θεωριών συνωμοσίας, που θέλουν τους κακούς Ευρωπαίους δανειστές μας, που κάποιο λόγο θα έχουν να μας φθονούν, να θέλουν να μας εξοντώσουν, να μας απομυζήσουν την αξιοπρέπεια.

Το θέμα είναι να δοθεί το προβάδισμά στην πολιτική να αντιμετωπίσει την οικονομική κρίση. Και ποιες είναι εκείνες οι πολιτικές δυνάμεις, που μπορούν να υπερβούν τον εαυτό τους και να συνδιαμορφώσουν λύσεις που να ανταποκρίνονται στην πολυπλοκότητα των προβλημάτων. Με άλλα λόγια το μνημόνιο δεν θα ήταν μονόδρομος, αν το πολιτικό σύστημα είχε υπερβεί τις παθογένειες του και χωρίς τη δαμόκλειο σπάθη της χρεοκοπίας και του μνημονίου είχε προχωρήσει σε διαρθωτικές αλλαγές στο φορολογικό σύστημα, στην δημόσια διοίκηση, στο ασφαλιστικό, στην παιδεία, στην υγεία.

Το κατεστημένο πολιτικό σύστημα την έχασε αυτή την ευκαιρία και ταυτόχρονα αποδόμησε συνολικά την εμπιστοσύνη του πολίτη στην πολιτική. Στην πραγματικότητα, οι πολιτικοί δεν στάθηκαν στο ύψος των περιστάσεων, δεν έσπασαν αβγά, δεν προχώρησαν σε καμία απολύτως μεταρρύθμιση. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα των ταξί, που μετά αλλαγή τριών υπουργών, ανοίγει για τέταρτη φορά!

Ο ρεαλισμός επιβάλλει να δεχθούμε ότι η σημερινή κατάσταση της οικονομίας επιβάλλει επείγουσες, βαθιές και αναπόφευκτα επώδυνες μεταρρυθμίσεις: για την εξισορρόπηση και εξυγίανση των δημοσίων οικονομικών, την εξυγίανση του δημοσίου τομέα, την αύξηση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας μας και τη δρομολόγηση μιας νέας αναπτυξιακής πορείας.

Επ’ αυτού η μεταρρυθμιστική αριστερά δεν θα μπορούσε να διαφωνήσει. Οι μεταρρυθμίσεις όμως έχουν πολιτικό προσανατολισμό.

Η επιλογή της ραγδαίας δημοσιονομικής προσαρμογής μέσω λιτότητας, η αύξηση της ανταγωνιστικότητας μέσω της συμπίεσης του εργατικού κόστους, η χωρίς σχεδιασμό συρρίκνωση του κράτους, μεταφράστηκαν στην άνευ προηγουμένου περικοπή αποδοχών του συνόλου των εργαζομένων και των συνταξιούχων, στην εκτίναξη των δεικτών της ανεργίας, στην επί της ουσίας κατάργηση του εργατικού δικαίου, στην διάλυση της δημόσιας διοίκησης. Πρόκειται με δυο λόγια για μια πλήρως αδιέξοδη πολιτική, για μη επιλογή. Ήδη άλλωστε, χάρη σε αυτή την πεφωτισμένη πολιτική έχουμε “σωθεί” δυο φορές και ενδέχεται να χρειαστεί να ξανασωθούμε!

Η δική μας αριστερά μιλάει για άλλου τύπου μεταρρυθμίσεις. Μιλάει για λογική. Αυτό που όλοι ψιθυρίζουμε ότι κάτι πρέπει να αλλάξει. Μιλάει για αλλαγή του παραδείγματος. Γιατί οι λύσεις δεν πρόκειται να έρθουν ουρανοκατέβατες, ούτε από το θεό, ούτε από καμία πεφωτισμένη ηγεσία. Ούτε από τους γνωστούς πολιτικούς σωτήρες, τους ιδρυματοποιημένους του βαθέως πασοκ και της λαϊκής δεξιάς, ούτε από τους απολίτικους τεχνοκράτες. Πρέπει να υπερβούμε τον εαυτό μας, να μιλήσουμε, να συναποφασίσουμε ως κοινωνία ότι το κράτος δεν αποτελεί απλή άθροιση μονάδων, αλλά λειτουργικό σύνολο.

Τώρα το ερώτημα είναι αν πείθει η δική μας αριστερά ότι το θέλει, το πιστεύει και το μπορεί. Είναι αν η Δημοκρατική Αριστερά μπορεί να αλλάξει εργαλεία, στόχευση και συσχετισμό δυνάμεων. Αν μπορεί να θέσει στο κέντρο της ρητορικής της, την αλλαγή των δομών, την διαφάνεια και τον έλεγχο. Αν μπορεί να μας πείσει ότι το κράτος δεν είναι της δεξιάς ή της αριστεράς, αλλά ότι το κράτος είμαστε εμείς και μας αφορά όλους.

Η απάντηση στο ερώτημα αυτό δεν είναι αυτονόητη.

Από την μια δικαιούμαστε να λέμε ότι έχουμε καθαρά χέρια, γιατί ποτέ δεν κυβερνήσαμε, δεν διαχειριστήκαμε εξουσία και δημόσιο χρήμα.

Από την άλλη, στο πρώτο μάθημα του Ποινικού Δικαίου στην Νομική Σχολή μάθαμε ότι τα εγκλήματα τελούνται είτε με πράξεις είτε με παραλήψεις. Και η αριστερά μετείχε όλα αυτά τα χρόνια στο παιχνίδι με την σιωπή της, την ανοχή της και την εσωστρέφεια της. Δια παραλείψεως.

Εμείς, η Δημοκρατική Αριστερά, είμαστε ένα καινούριο κόμμα, αλλά δεν προερχόμαστε από παρθενογένεση. Έχουμε μια πορεία στο χρόνο. Και συνεχώς διευρυνόμαστε εμπλουτίζοντας την παλέτα μας και με άλλες αποχρώσεις.

Η εναλλακτική μας πρόταση διαπνέεται από λιγότερη έμφαση στη λιτότητα και μεγαλύτερη στην απασχόληση και την ανάπτυξη. Διαπνέεται από τη μέριμνα για κοινωνικά δίκαιη κατανομή των βαρών, ενώ προβλέπει και την δημιουργία δομών κοινωνικής προστασίας για την ολοένα αριθμητικά διογκούμενη τάξη των νεόπτωχων. Θέτει στο επίκεντρο την εξυγίανση και τον εξορθολογισμό του κράτους, αλλά όχι συρρίκνωσή του.

Οι προτάσεις και οι πρακτικές μας που μας διαφοροποιούν τόσο από τις δυνάμεις που δηλώνουν «αναγκασμένες» λόγω μνημονίου να προσυπογράψουν και να εφαρμόσουν εξουθενωτικές για τους εργαζόμενους πολιτικές, όσο και από τις δυνάμεις εκείνες που πίσω από την αντιμνημονιακή ρητορική κρύβουν την απόλυτη άρνηση τους απέναντι σε αναγκαίες – ανεξαρτήτως μνημονίου – μεταρρυθμίσεις.

Και η πρωτοτυπία της δικής μας πρότασης εδράζεται ακριβώς στο ρεαλισμό της. Το πρόγραμμα μας δεν είναι εφαρμόσιμο στην μετά θάνατο ζωή, στην Ελλάδα εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης ή στο πλαίσιο μιας μη παγκοσμιοποιημένης οικονομίας. Η πρόταση μας, δεν αφορά αυτούς που ψηφίζουν κάποιο κόμμα για να εκφράσουν την αγανάκτηση τους, επιθυμώντας στην πραγματικότητα να κυβερνήσει κάποιο άλλο. Γιατί αυτή η αριστερά φιλοδοξεί να είναι και κυβερνώσα.
Υπό αυτό το πρίσμα, το αν τελικά είμαστε το «άλλο κόμμα» της αριστεράς μένει να αποδειχθεί, μετά τις εκλογές.